ΜΝΗΜΕΣ (Εμφύλιος)

Η στρατολόγηση
ΣTO καφενείο και η κουβέντα δεν άργησε ν' ανάψει. Γνωριστήκαμε τυχαία, γύρω στο '89.


Τότε που χαλούσαν φιλίες και γείτονες κόβαν' την «καλημέρα» μεταξύ τους. Για λόγους κομματικούς και οι καυγάδες τελειωμό δεν είχαν. Παπανδρεϊκοί απ' τη μια κι οι άλλοι απέναντι. Ένα όψιμο ξέσπασμα ιδεολογικών διαφορών, με την αριστερά να στέκει αμήχανη, πριν συμπαραταχθεί με τον παλιό της ταξικό αντίπαλο. Δεξιοί, αριστεροί κι «αριστεροί», σ' ένα περίεργο και όχι ανεξήγητο σφιχταγκάλιασμα. Να σημαδεύουν την καρδιά του Κινήματος και του αρχηγού του. Να τον ελεεινολογούν γιατί χώρισε, γιατί παντρεύτηκε, πως κουβάλαγαν τούβλα τα πεντοχίλιαρα σύντροφοί του κι ο ίδιος συνιστούσε κίνδυνο κατάρρευσης του συστήματος, ως παλιός.μαρξιστής.




ΚΙ άστραφταν τα μαχαίρια για τον Ανδρέα Παπανδρέου, που κι αυτός έδινε τροφή στους αντιπάλους και περιεχόμενο στην καθημερινότητα. Με τη συμπεριφορά και τα καμώματά του. Με τους γεροντοέρωτες, το γκομενιλίκι και τους γάμους. «Γιατί να χωρίσει, ας την είχε κρυφά», λέγανε.ρήτορες της μιας πλευράς και υπέρμαχοι της ηθικής του φαίνεσθαι, «λόγος δεν μας πέφτει στα οικογενειακά του», αντέτειναν οι άλλοι και ξεκίναγαν καυγάδες, γίνονταν τσακωμοί, για να καταλήξουν στο ίδιο. Στο εύκολο και ταπεινό που' χε να κάνει με τα παντρολογήματα, γραδάροντας την ηθική του μέσα από ιδιωτικές συμπεριφορές και περνώντας την πολιτική μέσα απ' τα οικογενειακά του.



ΚΑΨΑΝΕ τους φακέλους και το' χαν καμάρι. Οι αριστεροί, με συμπεριφορά «αριστερού» εξαφάνισαν την ιστορία τους και οι δεξιοί τις ενοχές τους. Και, βέβαια, για το δικό τους «παντρολόγημα» δεν πολυσκοτίσθηκαν. Συμπορεύτηκαν για συγκεκριμένο σκοπό. Όσο να «ρίξουν» τον Παπανδρέου που τον.ξανάφεραν. Θα «συνεργάζονταν ακόμα και με τον διάβολο» κατά τη ρήση του γεροΦλωράκη, αλλά είχε η κολιγιά του ημερομηνία λήξης. Κάτι τους κατατρύχει και δεν στεριώνουν φίλους και ποσοστά στις εκλογές. Διαχρονικά, και με τα σκαμπανεβάσματα των ποσοστών τους να.σταθεροποιούνται σε μονοψήφια νούμερα. Η ανεπάρκεια των ηγετών; Το πείσμα τους; Η μονολιθικότητα; Η αμηχανία τους μπροστά σε παγίδες του αντιπάλου; Για να τις διακρίνεις χρειάζεται οξυδέρκεια και δεν την είχαν. Για να ανιχνεύσεις τις προθέσεις του αντιπάλου οφείλεις να πάρεις μαθήματα απ' τα παθήματά σου και δεν το' καναν. Σωσίβιό τους και άλλοθι το «λάθος», πολυφορεμένο για να καλύψει ανεπάρκειες «ηγετών» και τις συνέπειες κακών επιλογών. Μήπως έφταιγαν οι.Ρώσοι που ανέχτηκαν την ενεργή παρουσία και δράση του αντιπάλου, σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων, με δόρυ και ασπίδα την αντικομουνιστική «ιδεολογία»; Έτσι κι αλλιώς, οι αποφάσεις της ηγεσίας «κρέμασαν» χιλιάδες ανθρώπους. Το πείσμα και τα γινάτια των «ηγετών» ήταν το λιθαράκι για την αχρήστευση του αγώνα και την προδιαγεγραμμένη ήττα.



Ο Κυρ Γιώργος έγινε Γιώργης κι ας μας χώριζαν 2-3 δεκαετίες. Μας χώριζε και η επιμονή του να ταυτίζεται συχνά με τους παλιούς του διώκτες και να δικαιολογείται πως τα βλέπει από άλλη σκοπιά. Συζητώντας και αναλύοντας, μας βρήκε το πρωί. Θα μου περιέγραφε τις συνθήκες και τον τρόπο που στρατολογήθηκε στο Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας), εξηγώντας τους λόγους που πήρε το δρόμο για το βουνό. Δεν ήταν άνθρωπος της βίας και του συμφέροντος. Το φρόνημά του φρόνημα αριστερού κι ο ίδιος παλιός ΕΛΑΣίτης. Ενίοτε, τον προκαλούσα σκόπιμα.
-Έδωσε μάχες «σοβαρές» με τους Γερμανούς ο ΕΛΑΣ; Ποιοι προκάλεσαν την Αντίστασή μας; Ποιος «εισέπραξε»;
-Το' χαμε χρέος να πολεμήσουμε τον κατακτητή.
ΑΛΛΟ «γιατί» δεν σήκωνε, μα σαν ρίξεις μια ματιά τριγύρω αναζητώντας την πατρίδα σου, θα τη δεις τραυματισμένη και κάπου στη γωνιά παρατημένη από εχθρούς και φίλους, «ευκολόπιστη και πάντα προδομένη».
ΠΗΡΕ μέρος στην αιματηρή «Μάχη της Αθήνας» (Δεκέμβρης '44). Το σχέδιο πρόβλεπε προετοιμασία για τη μεγάλη αναμέτρηση. Για την εξουδετέρωση κομμουνιστών, που δεν υπήρξε αναίμακτη. Με άγγλους στρατιώτες, με εφ' όπλου λόγχη, να συλλαμβάνουν αθηναίους πολίτες στη.Σκομπία που αναγνώρισε η κομμουνιστική ηγεσία στον Λίβανο και στην Καζέρτα. Με αγγλικά αεροπλάνα να εφορμούν για (υπο)στήριξη των «εθνικών» και τον Τσώρτσιλ να τηλεγραφεί παροτρύνοντας τον «στρατό του» να συμπεριφερθεί «σαν σε κατεχόμενη χώρα». Και, βέβαια, λαβωμένη απ' τα ¨Δεκεμβριανά» βγήκε και η άλλη πλευρά. Ωστόσο, αυτοί οι άγνωστοι(;) και μακρινοί εμπνευστές και σχεδιαστές της αδερφοσφαγής μας δεν θα' χυναν το δικό τους αίμα, δεν θα θυσίαζαν τα δικά τους παιδιά στο βωμό του αντικομουνισμού κι όσα θα απόμεναν δεν θα ' νιωθαν την ορφάνια, δεν θα μαυροφορούσαν οι δικές τους μάνες.
ΞΑΝΑΠΑΜΕ στο.βουνό. Είχαν τον οπλισμό τους οι αντάρτες, είχαν και την ελπίδα πως θα νικήσουν. Την έκανε πίστη τους η προπαγάνδα και «πιστεύω» τους η Διαφώτιση. «Να ξεπαστρέψουμε τους κομουνιστές, να συντρίψουμε το Κίνημά τους», σκέφτεται ο Τσώρτσιλ. «Να ματώσουμε τους φασίστες» αντέτειναν οι άλλοι.
ΤΟ Κράτος «έπρεπε» να.καθαρίσει με τους έλληνες κομμουνιστές μια και καλή. Με αίμα ελλήνων, σε μιαν εμφύλια διαμάχη που 'γινε μάχη κι ύστερα πόλεμος, για να καταλήξει σε τραγωδία. Γι αυτό «έπρεπε» να στρατολογηθούν για το αντάρτικο όσο γινόταν περισσότεροι εθνικώς «ύποπτοι», άρα κι εκείνοι που πήραν μέρος στην Αντίσταση (1942-45), ΕΛΑΣίτες κυρίως και, βέβαια, ΕΑΜίτες στο φρόνημα και στον.φάκελο.





Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ζούσε με τις αναμνήσεις του απ' την Αντίσταση και με το φρόνημά του. Ένιωθε πως έκανε το χρέος του στην Πατρίδα να πολεμήσει το φασισμό, στο μέτρο που μπορούσε, κι ούτε δεκάρα έδινε που τον κρατούσαν σε «απόσταση» γειτόνοι και γνωστοί. Συχνά τον καλούσαν στην Αστυνομία για μικροπαραβάσεις στη δουλειά του. Σκόπιμα κι αναίτια, το' ξερε, το' νιωθε, μα είχε τις αντοχές του, αύξησε τις ανοχές του σαν είδε πόσο καλά περνάει ο κόσμος στο σπιτάκι του, με τη δουλίτσα του και με την ειρήνη να του γεμίζει την ψυχή. Δεν ήθελε να «ξαναμπλέξει», τα πόδια βάραιναν, καλό το σπίτι με την ησυχία και τη ζεστασιά του, το καφενείο με την κουβέντα, ο ύπνος χωρίς το τουφέκι δίπλα του, χωρίς εκτελέσεις «εν θερμώ» και φακέλωμα «εν ψυχρώ», αλλά μόνο με το αίσθημα μιας καταδίωξης που όλο και δυνάμωνε.
ΞΕΣΠΑΣΕ Εμφύλιος και δεν το' χε σκοπό να τραβήξει για το βουνό. Θα ζάρωνε κι αυτός σε μια γωνιά ως που να κοπάσει η μπόρα. Κι ούτε θα είχε τύψεις που δεν θα στρατολογιόταν μ' εκείνους που συμφωνούσε. Γεμάτος μέσα του «βουνό», αγώνα, αγωνία και κλεφτοπόλεμο, δεν το' χε σκοπό να τα ξαναφρεσκάρει μέσα του, να φορτώσει κι άλλο την ψυχή του. Πήγαινε για δουλειές σε κοντινά χωριά, με φίλους σε πανηγύρια, ωστόσο, κάτι οσμίζονταν από επικείμενη ανακατωσούρα κι όσο μπορούσε φυλάγονταν μη γίνει στόχος «εθνικοφρόνων», που κάτι προετοίμαζαν με τις εξορμήσεις τους στις γειτονιές, με την τρομοκρατία τους στην αγορά, με τις «επισκέψεις» τους σε σπίτια. Ο Γιώργης έκανε παρέα με «δικούς» του. Να λένε τα παλιά και να θυμούνται. Ιστορίες όχι και τόσο παλιές, απ' το βουνό και την Αντίσταση. Έκριναν τα σημερινά, προφήτευαν τα μελλούμενα.

-Πώς βγήκες, Γιώργη, στο βουνό, τη δεύτερη φορά;

-Μια μέρα.μεσημέρι, κουβέντιαζα, στο δρόμο, με 2-3 φίλους και συγχωριανούς. Κράταγα τον «Ριζοσπάστη». Αυτό ήταν! Η αρχή για νέες περιπέτειες και αγώνα που δεν τα' θελα. Μας πλησιάζουν δυο τύποι με άγριο βλέμμα και κουμπούρια. Ζητούν.εξηγήσεις. Για τον (τυλιγμένο) «Ριζοσπάστη» και για την «ομάδα, που είχαμε συστήσει παράνομα».

ΔΕΝ πρόλαβε ν' αρθρώσει λέξη ο Γιώργης κι οι ροπαλιές βροχή. Τον κάνανε τόπι στο ξύλο και τον παράτησαν. Είδαν το επεισόδιο περαστικοί και τρόμαξαν. Μαθεύτηκε το νέο και οι «νοικοκυραίοι» κουμπώθηκαν. Οι «φανατικοί» συνέχισαν. Δοκιμαστικά κι ύστερα απροκάλυπτα, δείχνοντας, με τον τρόπο τους, να μη σκιάζονται τις «αρχές». Με το φρόνημα που επέβαλλαν οι περιστάσεις. Με την πρακτική που εξασφαλίζει σιγουριά στο πλευρό του ισχυρού. Είχαν και συγγενείς υποταγμένους και «ενταγμένους». Για εκφοβισμό των «υπόπτων» για τραμπουκισμούς, καμπανταηλίκια με τις πλάτες της εξουσίας και βιαιότητες, πατώντας στην ατιμωρησία. Κανένας τους δεν το' ξερε το σχέδιο κι όμως το εφάρμοζαν, χωρίς καλά-καλά να ξέρουν για ποιον δουλεύουν. Το αύριο, το' νιωθαν, βαρύτερο απ' το σήμερα και φορτωμένο κι όμως το περίμενε κάθε πλευρά, δικό της. Με τα καλά για πάρτη της και τα κακά για τον αντίπαλο. Και, βέβαια, δεν τα κατάφεραν, γιατί δεν τους άφησαν να μονοιάσουν και να συνεχίσουν ειρηνικά. Κι έγινε το αύριο χειρότερο απ' το σήμερα κι αυτό χειρότερο απ' το χτες.

ΤΗΝ ίδια μέρα, το νέο ταξίδεψε και στο βουνό. Το' μαθαν οι αντάρτες και τον περίμεναν. Διάλεξαν έναν δικό τους που γνώριζε τον Γιώργη, ήξερε και της γειτονιάς τα κατατόπια. Γλίστρησε στο σκοτάδι ο παλιός αντάρτης και βρέθηκε στο πατρικό του Γιώργη. Η συνεννόηση έγινε χωρίς πολλές κουβέντες. Η ματιά του Γιώργη αγρίεψε. Ξύπνησε μέσα του ο παλιός αντάρτης. Ο ΕΛΑΣίτης με το ΕΑΜίτικο φρόνημα και τις μεγάλες προσδοκίες, μα τώρα ο αντίπαλος ήταν έλληνας και του τσάκιζε την ψυχή. Ωστόσο, δεν χώραγε μέσα του το μίσος, ξεχείλισε η οργή, δεν τον κρατούσες. Την άλλη μέρα το πρωί, ο «σύνδεσμος» περίμενε έξω απ' το χωριό. Χαράματα ξεκίνησε απ' το σπίτι του μοναχός ο Γιώργης, συναντήθηκαν στην προκαθορισμένη θέση κι οι δυο τους τράβηξαν για το βουνό. Περπάταγε, και το μυαλό τριγύριζε μην έχοντας πού ν' ακουμπήσει στέρεα. Στην πόλη με την ασφάλειά της; Στο βουνό με τη σκληράδα του; Στην οικογένεια παρατημένη σε μάτια γειτόνων που σιωπούν ή στου 'νωμοτάρχη την άγρια ματιά που αναζητούσε επίμονα συνεργάτες του εχθρού;
ΣΤΟ βουνό τον υποδέχτηκαν με αλαλαγμούς. Αντάρτες και αντάρτισσες ένιωσαν δίπλα τους ακόμα έναν, έμπειρο, «πιστό», μπαρουτοκαπνισμένο. Κι αυτός είχε το μίσος μέσα του για τους «αστούς». Τον ανάγκασαν να φύγει, σαν να μη χώραγε ανάμεσά τους. Απ' την πρώτη ώρα του δώσανε όπλο βαρύ στον ώμο-ο ίδιος το' χε διαλέξει-κάτι σαν «μπαρ» μεταγενέστερο, κι από τότε δεν το αποχωρίστηκε.
-Ακόμα έχω το σημάδι απ' το λουρί στον ώμο, μου λέει με καμάρι, ανάμικτη με πίκρα και αγανάκτηση.
-Και πώς περνούσατε τις ώρες, τα μερόνυχτα ' κει πάνω;
-Φυλάγαμε σκοπιά, τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε, τραγουδούσαμε. Αισιοδοξία. Σίγουροι για τη νίκη. Δεν είμαστε μοιρολάτρες ή τρομαγμένοι. Φουρνίζαμε ψωμί, ψήναμε αρνί, καθαρίζαμε το όπλο, μαθαίναμε σημάδι. Στο καταφύγιο να λέμε ιστορίες. Έξω να ρίχνει χιόνι. Το φτυαρίζαμε, κάθε τόσο μη κλείσει την είσοδο. Μια μέρα που' κανε κρύο τρομερό, εκείνος που 'χε σειρά δεν πήγε ν' αλλάξει τον αντάρτη στη σκοπιά. Φοβήθηκε το κρύο. Η ώρα περνούσε κι εκείνος δεν φαινόταν. Αποφάσισα να πάω. Τόλμησα, τον έσωσα, ήταν τυχερός.

-Κι από προπαγάνδα;
-Μαθαίναμε τα νέα. Για τη συντριβή του αντιπάλου και το μάτωμα του εχθρού. Για εκτελέσεις δικών μας που λάκισαν και για «καινούριους». Για τη νίκη που έρχεται και για το φασισμό που φεύγει(;). Διαφώτιση που έσπερνε μέσα μας την πίστη για δικαιοσύνη και σοσιαλισμό.

ΟΤΑΝ όλα τέλειωσαν, ο Γιώργης ζούσε με μια σύνταξη ως αντιστασιακός και ψήφιζε «Συνασπισμό». Δικαιολογούσε τη σύμπραξη με τη δεξιά και το κάψιμο των φακέλων και δεν έχανε την ευκαιρία να κακολογήσει τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Ζούσε στη φύση (όχι πια σαν.αντάρτης), με τα λιγοστά χωράφια που δεν του «τα 'φαγαν» όσο έλειπε. Πέθανε με το όραμα του σοσιαλισμού. Με τις αναμνήσεις της πολιτικής του προσφυγιάς.

Θανάσης Ι. Νικολαΐδης

thanikolaidi@hotmail.com

Σχόλια