H ελληνική κοινωνία βυθίζεται όλο και περισσότερο στην παρακμή. Δείτε μιά προσπάθεια εξήγησης

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ; 

Δημογραφικά και πνευματικά, η ελληνική κοινωνία έχει πολύ μικρές πιθανότητες να ξεφύγει από την συνολική παρακμή της


του Παναγιώτη Γεννηματά *

Παρά την, με όλα τα επικοινωνιακά μέσα, διατυμπανιζόμενη κοπιώδη προσπάθεια της κυβέρνησης να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους του μνημονιακού προγράμματος και να επισπεύσει τις διαδικασίες ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, η σπείρα της ύφεσης συνεχίζει ακάθεκτη την αποαναπτυξιακή της διαδρομή, υπό την πίεση κυρίως της φορολογικής επιδρομής εναντίον των σταθερώς συρρικνούμενων εισοδημάτων, των πλασματικών αξιών της καταδιωκόμενης ακινήτου περιουσίας και της πραγματικής αδυναμίας του τραπεζικού συστήματος να ανταποκριθεί –έστω στοιχειωδώς– στις οξυνόμενες καθημερινώς ανάγκες ρευστότητας των επιχειρήσεων.

Οι εκτιμήσεις για την φετινή ύφεση, για μιαν ακόμη φορά, δείχνουν να ξεπερνούν τις αρχικές προβλέψεις της τρόϊκας για ρυθμό συρρίκνωσης 4,5% στο σύνολο του 2013. Η ύφεση κινείται ήδη στο επίπεδο του 5,3%, που προεξοφλεί τον ρυθμό της οικονομικής επιβράδυνσης στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους.
Παρόλη την αύξουσα επιβάρυνση που παρουσιάζεται στα βάρη περιουσιών και εισοδημάτων, καθώς επίσης και την εκτίναξη της ανεργίας σε επίπεδα που συγκλίνουν προς το 30%, όπως επίσης και παρά την απουσία σοβαρών και ρεαλιστικών επιχειρημάτων υπέρ της άμβλυνσης των σχετικών πιέσεων στο προσεχές ορατό μέλλον, η ελληνική κοινωνία παρουσιάζεται ασυμμέτρως παθητική έναντι των παρατεινομένων –επ’ αόριστον– αρνητικών προοπτικών της οικονομίας. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι, από τις τελευταίες εκλογές (Μαΐου / Ιουνίου 2012) και μετά, η κοινωνία έχει πλήρως αποσυνδεθεί από την πολιτική διαδικασία, αφήνοντας τα πολιτικά κόμματα συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης να βαλτώνουν στα ίδια περίπου ποσοστά πολιτικής επιρροής των τελευταίων εκλογών. Θλιβερή εξαίρεση στην στασιμότητα αυτή αποτελεί η διαφαινόμενη (και όχι ανεξήγητη) άνοδος της επιρροής της Χρυσής Αυγής, σε συνδυασμό βεβαίως με την εντυπωσιακή καθήλωση της απήχησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ).

Η απάθεια της κοινωνίας έναντι των ζωτικών προβλημάτων που την απασχολούν και ιδιαιτέρως έναντι της εμφανούς αδυναμίας της οικονομικής διαχείρισης να αποκολληθεί αποτελεσματικώς από τις εκ του μνημονίου(;) υπαγορευόμενες εσφαλμένες υφεσιακές πολιτικές, αποτελεί φαινόμενο που χρήζει κάποιας απόπειρας επεξήγησης. Προς την κατεύθυνση αυτή οι κατωτέρω αιτιολογίες μπορεί να συμβάλλουν σε μια πληρέστερη προσπάθεια κατανόησης.

Πρώτον: Η ελληνική κοινωνία είναι μία κοινωνία δημογραφικώς γερασμένη. Είναι μία κοινωνία σταθερώς αυξανόμενων συνταξιούχων. Το 30% του πληθυσμού είναι άνω των 60. Η συνολική δημογραφική τάση είναι σταθερώς φθίνουσα. Υπό την πίεση μάλιστα της απογοητευτικής οικονομικής πραγματικότητας, ο συντελεστής γεννήσεων δεν αναμένεται να βελτιωθεί. Η κοινωνίας μας, λοιπόν, βαρύνεται από μία δημογραφική καταδίκη που σε μεγάλο ποσοστό εξηγεί και την συντηρητική αντίδραση των τελευταίων είκοσι ετών σε κάθε ριζοσπαστική αναγεννητική πολιτική πρωτοβουλία.

Δεύτερον: Έναντι της αποτυχημένης πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης της πτωχευτικής συγκυρίας, θα ήταν λογικό να αναμένεται μία δημιουργική πολιτική αντίδραση από τις γενιές μεταξύ των 35 και 60 ετών. Όμως, ακριβώς οι γενιές αυτές, είναι ευνουχισμένες από τις προνομιακές εμπειρίες της περασμένης εικοσαετίας. Είναι οι γενιές που απήλαυσαν τα δωρεάν ευεργετήματα του εύκολου πλουτισμού της εποχής των παχέων αγελάδων της ελληνικής και διεθνούς οικονομίας. Ταυτοχρόνως, είναι οι γενιές των υπνωτισμένων της περασμένης εικοσαετίας, οι οποίες και κατελήφθησαν εξ απίνης από τις μετά το 2007 αναπάντεχες οικονομικές αντιστροφές. Σήμερα, λοιπόν, είτε είναι ηθικώς εξουθενωμένες από τον οικονομικό τους αιφνιδιασμό, είτε λαθροβιώνουν μέσα στην παραίσθηση και την αυταπάτη για μια εξ ίσου ξαφνική νεκρανάσταση του φαύλου οικονομικο-πολιτικού παρελθόντος της ανέμελης διανομής των δανειακών κολλύβων.

Τρίτον: Η τρίτη εμπειρική διαπίστωση που δεν επιτρέπει, εξ ίσου με τις προηγούμενες, εθνική αισιοδοξία είναι ότι η ελληνική κοινωνία είναι μία ανοικτή κοινωνία, εν μέσω ενός κόσμου ανοικτών κοινωνιών. Τα πιο δυναμικά στοιχεία της κοινωνίας μας, αυτοί δηλαδή από τους οποίους θα περίμενε ο τόπος να αναλάβουν την σκυτάλη της νέας αναγεννητικής δημιουργικής προσπάθειας, μπορούν να φύγουν και να εργασθούν στο εξωτερικό. Και αυτό ακριβώς –και ορθότατα– κάνουν. Ήδη έχουν αναχωρήσει περί τις 80.000 εκλεκτού επιστημονικού και εργασιακού εν γένει δυναμικού, το οποίο ασφαλώς αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στην ελληνική οικονομία.

Αλλά, όταν οι καλλίτεροι και οι πλέον δυναμικοί, όπως αναμφισβητήτως είναι όσοι μεταναστεύουν, εγκαταλείπουν μία κοινωνία που χειμάζεται, κακοδιοικείται και γερνάει, ποιοι θα αντιδράσουν και θα σηκώσουν την σημαία της εσωτερικής αναγέννησης και δημιουργίας;

Πέραν των ανωτέρω, εμπειρικώς διαπιστώσιμων και αναγνωρίσιμων εννοιών, λογικό είναι να υποθέσει κανείς ότι η κρίση –παρά την μέχρι στιγμής διαπιστωμένη οξύτητά της– δεν έχει ακόμη εξαντλήσει τα περιθώρια αντοχής της «πολυσθενικής» ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Ότι υπάρχουν ακόμη νησίδες στις τάξεις της, που όχι μόνον δεν έχουν αρχίσει να υποφέρουν αλλά διατηρούν και την άνεση να κερδοσκοπούν. Η ελληνική οικονομία και κοινωνία έχει μακρό ιστορικό ανάλογων παραδειγμάτων σε δύσκολες για το έθνος εποχές. Σε ενίσχυση της προηγούμενης υπόθεσης έρχεται το –επίσης εμπειρικώς διαπιστώσιμο– γεγονός, που επιβεβαιώνεται από τις εμπειρίες ευάριθμων επιχειρηματικών κύκλων, μιας περιορισμένης πραγματικής ροπής προς αναζήτηση εργασίας από μεγάλο ποσοστό των καταγεγραμμένων στους ιλιγγιώδεις δείκτες εργασίας. Τούτο, με την σειρά του, δεν μπορεί να σημαίνει παρά ότι μεγάλο ακόμη μέρος των –σχετικώς συρρικνωμένων– οικογενειακών προϋπολογισμών διατηρεί σημαντική ικανότητα απορρόφησης μη απασχολούμενων μελών. 

Τα ανωτέρω είναι αρκούντως δηλωτικά και επεξηγηματικά της απουσίας πραγματικών πολιτικών πιέσεων προς την κατεύθυνση μιας ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής. Διαπίστωση, βεβαίως, που μόνον αισιοδοξία δεν μπορεί να εμπνέει σε όσους είδαν ως σήμερα την χρεωκοπία της χώρας ως μία ιστορική ευκαιρία για μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη εκσυγχρονιστική μεταβολή.

* Επίτιμος αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων
πηγή

Σχόλια