Μιας (δανεικής) πεντάρας νιάτα...




Μιας (δανεικής) πεντάρας νιάτα...

Συγκλόνισε το πανελλήνιο ο τραγικός θάνατος του 19-χρονου Βασίλη που σκοτώθηκε πέφτοντας από λεωφορείο στην Αθήνα.
Αλλά ήταν το τέλος ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Ο άτυχος Βασίλης γεννήθηκε το 1994, στο αποκορύφωμα της παρακμής της πολιτικής ηθικής στην Ελλάδα. Κανένας (σχεδόν) δεν πλήρωνε για τίποτα. Ολοι είχαν συνηθίσει να αρπάζουν από το δημόσιο. Η Ελλάδα είχε γίνει η χώρα με τους περισσότερους κατά μέσον όρο τυφλούς, ανάπηρους, κωφάλαλους, εγκύους από ανεμογκάστρι και οποιαδήποτε άλλη ασθένεια μπορεί να επινοήσει ο πολυπράγμων απόγονος του Οδυσσέα για να πάρει ένα επίδομα που δε δικαιούται. Και κανένας (σχεδόν) δεν πλήρωνε για τίποτα. Το μόνο που ήθελε ήταν να γίνει υπεράριθμος ή καλύτερα αργόμισθος στο δημόσιο, ανάλογα με τον αριθμό των αφισών που θα κολλούσε στις κολώνες του όσο το δυνατό πιο ανήθικου πολιτικού. Πλούσιοι γιατροί, δικηγόροι, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί και δεκάδες άλλοι επαγγελματίες δεν ήξεραν τι θα πει μπλοκ αποδείξεων και σε κοιτούσαν σαν Αρειανό αν τους ζητούσες απόδειξη. Σχεδόν καθένας μας το αισθάνθηκε αυτό όταν ζήτησε απόδειξη από γιατρό για να τη χρησιμοποιήσει στον OHIP, για να πάρει πίσω τα λεφτά του.
Ο Βασίλης γεννήθηκε, μεγάλωσε και γαλουχήθηκε με τις αρχές τις κοινωνίας του: «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Και κανένας δε νοιαζόταν ότι μια χώρα που έχει αυτές τις ιδέες οδηγείται αργά ή γρήγορα στο γκρεμό.
Μια χώρα, όπως και μια οικογένεια ή μια εταιρεία, πρέπει να είναι αυτόνομη οικονομικά ή να έχει τόσο χρέος όσο μπορεί να ξεπληρώσει και δυστυχώς μόνο αυτό δεν ίσχυε στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια με την απόλυτη συμφωνία και συνεργασία πολιτικών και του κυρίαρχου λαού. Το κράτος δεν είναι ελληνικό, είναι ακόμα οθωμανικό, ας το ρημάξουμε όσο μπορούμε.
(Ξέρω το αντεπιχείρημα: Να πληρώσουν οι πλούσιοι. Σε καμιά καπιταλιστική χώρα δεν πληρώνουν όσο πρέπει οι πλούσιοι κι αν τους ζορίσεις πολύ, στέλνουν τα λεφτά τους σε off-shore  εταιρείες, πράξη απόλυτα νόμιμη –σύμφωνα με τους νόμους που έφτιαξαν οι πολιτικοί τους—αρκεί να έχεις καλό δικηγόρο και λογιστή).
Στο Τορόντο είδα μια μέρα στο λεωφορείο μια γηραιά καναδέζα να ρίχνει ΔΥΟ εισιτήρια στο κουτί. Ο οδηγός παραξενεύτηκε:
-Γιατί κυρία μου δύο?
-My son, μέτρησα τα εισιτήριά μου και είδα ότι περίσσευε ένα. Φαίνεται ότι κάποια μέρα ξέχασα να πληρώσω. Δε θέλω να κοροϊδεύω τη χώρα μου.
«Δε θέλω να κοροϊδεύω τη χώρα μου». Πόσοι Ελλαδίτες θα το έλεγαν αυτό; Μάλλον όχι η πλειοψηφία. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει έστω ένας αναγνώστης μας που να μην πλήρωσε έστω μια φορά το εισιτήριό του. Ακούω ότι στην Ελλάδα είναι πολλοί. Η δίνουν το εισιτήριο σε κάποιον άλλον – σα να μην ξέρουν ότι σε λίγο θα ακριβύνει το εισιτήριο για να καλύψει αυτές τις απώλειες.
Ξέρω ότι αν ο οδηγός ή η ελεγκτής ή κάθε συνεπιβάτης μπορούσαν να προβλέψουν το μοιραίο, θα έδιναν από την τσέπη τους το 1.20 ευρώ.
Αλλά δεν ξέρω πόσα ευρώ πρέπει να δώσει κάποιος για να ξαναποκτήσει η Ελλάδα την ηθική που χρειάζεται για να μην πηδήσει στο κενό....

Χρήστος Μαγγούτας
Τορόντο Καναδά
Εφημερίδα «Ελληνικός Τύπος»

Σχόλια