Δημητρης Τσάτσος: ...κατ’ επάγγελμα σχολιαστές με γνωστές και απροκάλυπτες τις κομματικές τους προτιμήσεις, επιχείρησαν να λοιδορήσουν όσους ....


....Με τον σημερινό του επίλογο στην «Κ» ο κ. Δ. Τσάτσος είναι πρόδηλο πως καίτοι εμμένει μέχρι κεραίας στις απόψεις του, δεν επιθυμεί περαιτέρω συμμετοχή στη σχετική συζήτηση. Επισημαίνει, ωστόσο, ως «εξαιρετικά ανησυχητικό και παρακμιακό» το ελληνικό φαινόμενο, συγκεκριμένα μέλη του πολιτικού προσωπικού και σχολιαστές να μην αντέχουν τον δημόσιο επιστημονικό διάλογο.

Tου Δημητρη Θ. Τσατσου
Η ερμηνεία του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος, που πρώτος πρότεινε ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός συνάδελφος Γιώργος Κασιμάτης, η συμφωνία με την ουσία της προσέγγισής του από τον σεβαστό επίτιμο πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Στέφανο Ματθία, από εμένα, αλλά και από τον διακεκριμένο συνάδελφο Κώστα Χρυσόγονο, που μόνο σε αποχρώσεις διαφέρουν μεταξύ τους, βρήκε αντίθετες τις ερμηνευτικές απόψεις άλλων επίσης διακεκριμένων ομοτέχνων (Α. Μανιτάκης, Ν. Αλιβιζάτος, Ξ. Κοντιάδης, Κ. Μποτόπουλος). Ο ερμηνευτικός διάλογος προσέφερε γόνιμη βάση εμβάθυνσης και φυσικά έγινε με αμοιβαία ευπρέπεια και αμοιβαίο σεβασμό των αντιτιθέμενων απόψεων. Στο ευπρεπές και πολιτισμένο μέρος του διαλόγου συνέβαλαν με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους τόσο οι επίσημοι εκφραστές των πολιτικών κομμάτων, όσο και μια σειρά δημοσιογράφων, οι οποίοι ασχέτως της απόψεως υπέρ της οποίας τάχθηκαν, τίμησαν το λειτούργημά τους.

Αν εδώ σταματούσαν όλα, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια στιγμή χρήσιμου προβληματισμού και τελικά ανάκαμψης της ηθικής του πολιτικού λόγου.

Ομως τα πράγματα είχαν και αυτή τη φορά την παρακμιακή τους πλευρά. Τον γόνιμο και αναγκαίο πάντοτε προβληματισμό συνόδεψε ένα δυστυχώς σύνηθες για τα ελληνικά δεδομένα φαινόμενο: συγκεκριμένα, μέλη του πολιτικού προσωπικού (λιγότερα ευτυχώς από άλλες φορές) αλλά και κατ’ επάγγελμα σχολιαστές με γνωστές και απροκάλυπτες τις κομματικές τους προτιμήσεις, επιχείρησαν να λοιδορήσουν όσους επιστήμονες διατύπωσαν άποψη, που κατά την τρέχουσα συγκυρία έκριναν ότι δεν «βολεύει» τον χώρο τους. Πρόκειται για το γνωστό είδος των ευκαιριακώς και χωρίς γνώσεις συνταγματολογούντων, οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες όχι μόνον θα απέφευγαν τις λοιδορίες, αλλά δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα ακόμη και να επαινέσουν τα πρόσωπα στα οποία τώρα επετέθησαν. Δεν συνιστά άραγε αυτό άσκηση ψυχολογικής βίας κατά του δημόσια εκφερόμενου επιστημονικού λόγου;

Με τη στάση τους, τα πρόσωπα αυτά, για μια ακόμη φορά επιχείρησαν τη νόθευση του τόσο χρήσιμου για την πολιτική –που είναι και ο αποφασίζων παράγων– δημόσιου διαλόγου μεταξύ επιστήμης και πολιτικής. Είναι κρίμα.

Κατά την άποψή μου το συγκεκριμένο φαινόμενο ήταν και είναι πάντοτε εξαιρετικά ανησυχητικό και γι’ αυτό πρέπει ιδιαίτερα να προσεχθεί. Διότι οι εν λόγω κύριοι και κυρίες, ελλείψει επιχειρημάτων, επιδίδονται συστηματικά και ανενδοίαστα σε δίκες προθέσεων, «ανακαλύπτοντας» εν προκειμένω «αντιεπιστημονικά», «φιλοκερδή» ή και «αμετροεπή» κίνητρα επιχειρώντας να διαστρεβλώσουν ακόμη και μια διαχρονικά υποστηριζόμενη επιστημονική γνώμη. Κι όλα αυτά προφανώς για να κάνουν καλή εντύπωση στις εκάστοτε ηγεσίες τους, υποδαυλίζοντας, ταυτόχρονα, έναν ακραίο, άκριτο και (ευτυχώς) παρωχημένο κομματικό φανατισμό. Ομως από πού συνάγεται ότι αυτές οι ασχημίες υιοθετούνται από τις ηγεσίες τους πόσω μάλλον από τους σκεπτόμενους πολίτες;

Σε ό,τι με αφορά, παραμένοντας αμετακίνητος στην ερμηνευτική μου άποψη και σεβόμενος βέβαια τις αντίθετες, ανήκω σε εκείνους που εξακολουθούμε να οραματιζόμαστε μία πολιτική, η οποία αντέχει στον δημόσιο διάλογο, με εμπεριστατωμένα επιχειρήματα και κυρίως με σεβασμό και ευπρέπεια..http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_02/08/2009_324390.


Σχόλια