Η άνοδος και η πτώση της «Ατλαντίδας» του Στάλιν








(Η επιβλητική πόλη ενέπνευσε τον σκηνοθέτη της ταινίας «Ο κόσμος δεν είναι αρκετός» του Τζέιμς Μποντ το 1999, να χτίσει μια παρόμοια σε βρετανικό στούντιο για να γυρίσει εκεί την εναρκτήρια σκηνή του φιλμ)

Τη δεκαετία του ΄50, Σοβιετικοί μηχανικοί κατασκεύασαν την τεράστια πλωτή πόλη


Αποτέλεσε την «ιδανική εργατική πολιτεία», σύμφωνα με τον Ιωσήφ Στάλιν, μια σύγχρονη… σταχανοβίτικη «Ατλαντίδα» κομμένη και ραμμένη στην σταλινική αντίληψη περί σοβιέτ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, Σοβιετικοί μηχανικοί κατασκεύασαν την Νεφτ Ντασλάρι, μια τεράστια πλωτή πόλη στην Κασπία Θάλασσα, έξω από τις ακτές του σημερινού Αζερμπαϊτζάν, που παρείχε στέγη σε 5.000 εργάτες.

Η περιοχή φημίζεται για τα πετρελαϊκά της αποθέματα - άλλωστε είναι τόπος προέλευσης βασικών πρώτων υλών για το «υγρόν πυρ» με το οποίο οι Βυζαντινοί απώθησαν τους Άραβες πολιορκητές τον 7ου αιώνα.

Ωστόσο, η βιομηχανία εξόρυξης πετρελαίου άρχισε να αναπτύσσεται εκεί μετά το 1870, όταν η Ρωσία κατέκτησε την ευρύτερη περιοχή. Το 1941, μεσούντος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το Αζερμπαϊτζάν, ως σοσιαλιστική δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης, προμήθευε την «Μαμά Μόσχα» με 175 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ετησίως εκπροσωπώντας το 75% της σοβιετικής παραγωγής σε πετρέλαιο.

Μετά τον πόλεμο, Σοβιετικοί μηχανικοί πρόσεξαν έναν ύφαλο τον οποίο οι ναυτικοί αποκαλούσαν «Μαύρο Βράχο» κι άρχισαν να κάνουν δοκιμαστικές γεωτρήσεις. Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1949 βρήκαν ένα κοίτασμα πετρελαίου 1.100 μέτρα κάτω από τον βυθό της θάλασσας και μέσα σε λίγο καιρό, στο σημείο εκείνο κατασκευάστηκε η πρώτη υπεράκτια πλατφόρμα του κόσμου με το όνομα Νεφτ Ντασλάρι, που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει «πετρελαιόβραχος». Ηταν μια ρωσική Ατλαντίδα του πετρελαίου.

Πρωτολειτούργησε το 1952, όσο ήταν ακόμη ζωντανός ο «πατερούλης» και η κατασκευή της ολοκληρώθηκε το 1958. Στο απόγειο της δόξας της, αυτή η ενσάρκωση της σταλινικής ουτοπίας για την εργατική τάξη αποτελούνταν από 2.000 πλατφόρμες άντλησης με γεωτρύπανα, που απλώνονταν σε μια ακτίνα 30 χιλιομέτρων και συνδέονταν μεταξύ τους με ένα δίκτυο από γέφυρες και δρόμους συνολικού μήκους 300 χιλιομέτρων. Τις οδικές αρτηρίες αυτές διέρχονταν φορτηγά, ενώ οκταώροφες πολυκατοικίες στέγαζαν περίπου 5000 εργάτες. Διέθετε επίσης εργοστάσιο αλκοολούχων ποτών, γήπεδο ποδοσφαίρου, βιβλιοθήκη, φούρνο, στεγνοκαθαριστήριο, μέχρι και σινεμά 300 θέσεων.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε το τέλος για την πόλη καθώς νέα, πιο πλούσια, κοιτάσματα πετρελαίου ανακαλύφθηκαν σε άλλες περιοχές της Ρωσίας και το εργατικό δυναμικό μειώθηκε δραστικά.

Σήμερα ελάχιστες πλατφόρμες άντλησης λειτουργούν. Τα περισσότερα γεωτρύπανα σκουριάζουν και πολλά δεν είναι προσεγγίσιμα διότι οι γέφυρες που οδηγούν σε αυτά πάνω από την επιφάνεια του νερού έχουν καταρρεύσει.

Όμως η διάλυση του γιγαντιαίου αυτού συμπλέγματος εκτιμάται ότι είναι πιο κοστοβόρα από το να το αφήσουν απλά στην τύχη του. Σήμερα όσοι συνεχίζουν να εργάζονται εκεί κερδίζουν περίπου 100 ευρώ μηνιαίως, ποσό σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο που θα κέρδιζε κάποιος στην ηπειρωτική χώρα.

Η πλωτή πετρελαϊκή πόλη του Στάλιν συνεχίζει να παράγει ένα μικρό μέρος της εθνικής παραγωγής πετρελαίου των Αζέρων, ενώ σύμφωνα με τους ειδικούς θα στερέψει γύρω στο 2032.

Σχόλια