12/12/16

Το “ελληνικό αρχείο” της ΣΤΑΖΙ >> Η περίπτωση Anton

Εγγραφα της ΣΤΑΖΙ για τον ρόλο του Anton στην Ανατολική Γερμανία.
Εγγραφα της ΣΤΑΖΙ για τον ρόλο του Anton στην Ανατολική Γερμανία.

Ο Anton ετάφη στις 10 Σεπτεμβρίου του 1998 στο χωριό του, στην Καρδίτσα, με τις τιμές του «άξιου Eλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του στα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς». Το πραγματικό του όνομα, με το οποίο κατέφυγε στις Λαϊκές Δημοκρατίες ως «παιδί του Εμφυλίου» μετά τη στρατιωτική συντριβή του ΚΚΕ στον Γράμμο, ήταν Θ.Ν., αλλά ως Anton «μεγαλούργησε» στην Ανατολική Γερμανία, με τους εγχώριους ομοϊδεάτες να τον εξυμνούν για τη «συμβολή του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων».

Με αυτό το ψευδώνυμο ήταν καταχωρισμένος στα αρχεία της διαβόητης ΣΤΑΖΙ, της οποίας διετέλεσε μέχρι και την πτώση του Τείχους κατάσκοπος. Οι μεταφράσεις έργων Ελλήνων συγγραφέων και γενικότερα η «διάδοση του ελληνικού πολιτισμού» ήταν ο μανδύας υπό τον οποίο κινούνταν στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους και κατασκόπευε από συμπατριώτες πολιτικούς πρόσφυγες και την ελληνική στρατιωτικοδιπλωματική αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο μέχρι Ανατολικογερμανούς που σχεδίαζαν να διαφύγουν στη Δύση, αλλά και αυτόν τον πιο διάσημο αντικαθεστωτικό, τον Βολφ Μπίρμαν.

Και άλλοι...

Δεν ήταν ο μόνος. Πολλοί Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες είχαν στρατολογηθεί από τη ΣΤΑΖΙ, όπως αποκαλύπτεται από ενδελεχή έρευνα που πραγματοποίησαν επί δύο χρόνια επιστήμονες του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στο πλαίσιο του προγράμματος «Θαλής» με θέμα «Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο έως τον Ψυχρό Πόλεμο». Από την έρευνα προκύπτει ότι δούλευαν ως έμμισθοι πληροφοριοδότες.

«Το “ελληνικό αρχείο” της ΣΤΑΖΙ αποτελείται από περίπου 100 φακέλους, σύνολο κάπου 11.000 με 12.000 σελίδες, ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν», λέει στην «Κ» ένας εκ των ερευνητών, ο καθηγητής Στράτος Δορδανάς, που μαζί με τον συνάδελφό του Bάιο Καλογρηά και υπό την επιστημονική διεύθυνση του Nίκου Μαραντζίδη, συμπεριέλαβε τα αποτελέσματα σε επιστημονικό τόμο υπό τον τίτλο «Ελληνες της ΣΤΑΖΙ». «Μέχρι σήμερα έχει γίνει περιορισμένη χρήση του “ελληνικού αρχείου”, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς, και δεν έχει μελετηθεί συστηματικά με στόχο την εκπόνηση επιστημονικών συγγραμμάτων», επισημαίνεται από τους ίδιους.

Οπως προκύπτει από τα απόρρητα έγγραφα και τις εκθέσεις, πολύ ψηλά στην ατζέντα του ενδιαφέροντος της ΣΤΑΖΙ ήταν η Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, που εκτελούσε χρέη προξενικής αρχής και η οποία εθεωρείτο από το κομμουνιστικό καθεστώς «φωλιά κατασκόπων». Καθώς μάλιστα η αποστολή εξέδιδε διαβατήρια και βίζες σε Ελληνες της Ανατολικής Γερμανίας που ως αλλοδαποί τότε κινούνταν ελεύθερα μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου, η ΣΤΑΖΙ λειτουργούσε δίκτυο πληροφοριοδοτών που την ενημέρωναν λεπτομερώς για ό,τι υπέπιπτε στην αντίληψή τους, ακόμα και για το τι μάθαιναν από άλλες δυτικές στρατιωτικές αποστολές που συστεγάζονταν με την ελληνική.

Το πρόσχημα

Ο Anton επισκεπτόταν συχνά –όπως και άλλοι πράκτορες– τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής για να πετύχει την έκδοση ελληνικού διαβατηρίου. Τουλάχιστον αυτό ήταν το πρόσχημα. Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλε στις 16 Ιουλίου 1965, πληροφορήθηκε από τους συνδέσμους του τα ονόματα Ελλήνων πρακτόρων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, που συμμετείχαν παράλληλα στην οργάνωση της διαφυγής Ανατολικογερμανών πολιτών στο Δυτικό Βερολίνο.

Ταυτόχρονα, στο «Café Corso», στέκι διανοουμένων και αντικαθεστωτικών στη Λειψία, αλλά και τόπος συναθροίσεων μυστικών αντιστασιακών δικτύων φοιτητών, ο Ελληνας πράκτορας συναντούσε συχνά πρόσωπα που τον ενδιέφεραν και τα οποία φυσικά κατέδιδε στην «υπηρεσία».

Καθώς ανέβαιναν οι μετοχές του στο σκοτεινό «χρηματιστήριο της ΣΤΑΖΙ», στις αρμοδιότητές του προστέθηκε αργότερα η παρακολούθηση διάσημων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, όπως για παράδειγμα των Ράινερ Κούντσε, Φόλκερ Μπράουν, Βολφ Μπίρμαν κ.ά.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας Ανατολικογερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Φέρεται να ενεθάρρυνε μάλιστα τους συνομιλητές του να υλοποιήσουν τις «παράνομες» ενέργειές τους και συνέτασσε εκθέσεις σχετικά με την πολυσχιδή δράση του.

Η ανταμοιβή

Η ΣΤΑΖΙ βεβαίως φρόντιζε να τον ανταμείβει συχνά, σε δυτικά και ανατολικά μάρκα, για τις υπηρεσίες του. Αλλωστε, από τις εκθέσεις της προκύπτει ότι εξαιτίας της δραστηριότητάς του ως καταδότη, συνελήφθησαν πολίτες και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης.

Με τον χρόνο, όμως, κίνησε τις υποψίες αντιπολιτευτικών στοιχείων που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της ΣΤΑΖΙ, κάτι βεβαίως που ο ίδιος αρνούνταν επίμονα, ύστερα και από σχετικές οδηγίες που έλαβε.

Η καριέρα του «διανοούμενου κατασκόπου» θα συντριβεί και αυτή στα ερείπια του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Το 1992 θα επιστρέψει στην Ελλάδα με μερίδα της εγχώριας Αριστεράς να του αποδίδει τιμές και δάφνες για τα «φώτα» του στους Ανατολικογερμανούς γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό. Οι φάκελοι της ΣΤΑΖΙ δεν είχαν ανοίξει ακόμα για να φωτίσουν την γκρίζα πλευρά της διαδρομής του...

Τα «παιδιά του Εμφυλίου» και η μετάλλαξή τους...

Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο φόβος για τις συνέπειες της απόρριψης της συνεργασίας, η ελπίδα για οικονομικά ανταλλάγματα, οι «ευκαιρίες» καριέρας και η προσδοκία βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης ήταν τα βασικά κίνητρα των Ελλήνων πρακτόρων της ΣΤΑΖΙ. Δεν έλειψαν ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές στον υπό έκδοση σχετικό τόμο, και εκείνοι που θεωρούσαν ότι η συνεργασία με τη ΣΤΑΖΙ ήταν ένα λιθαράκι στο «οικοδόμημα του σοσιαλισμού», αγνοώντας ή απωθώντας το δυσάρεστο γεγονός πως έγιναν η αιτία να διωχθούν αμείλικτα συμπολίτες τους και συμπατριώτες τους από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς.

Τα θύματα των Ελλήνων συνεργατών της ΣΤΑΖΙ, η πλειοψηφία των οποίων προερχόταν από τη γενιά «των παιδιών του Εμφυλίου» (που είχαν πλήρως ενσωματωθεί στη νέα δεύτερή τους πατρίδα) και στρατολογήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960, δεν ήταν αποκλειστικά πολιτικοί πρόσφυγες. Ανατολικογερμανοί και Δυτικογερμανοί, εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά και πολίτες άλλων κρατών συμπεριλήφθηκαν εξίσου στον κατάλογο των «υπόπτων» ή «ιδεολογικών εχθρών», που υποτίθεται ότι απειλούσαν τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία.
πηγή